Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2015

Περί των αεροσκαφών τακτικής αναγνώρισης και ηλεκτρονικού πολέμου της Πολεμικής Αεροπορίας




Οι αποστολές προσβολής εδάφους είναι αλληλένδετες με τις αποστολές αναγνώρισης σε τακτικό και στρατηγικό επίπεδο. Η επιτυχία των αεροπορικών επιχειρήσεων εξαρτάται από την έγκαιρη αναγνώριση των στόχων, τη στοχοποίησή τους, την προσβολή εναλλακτικών στόχων, την αξιολόγηση των πληγμάτων και τέλος την επιβιωσιμότητα των μαχητικών από την εχθρική αεράμυνα.

Γράφει ο Γιάννης Γιαννάκης

Τα δεδομένα των στόχων πρίν και κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων επιτρέπουν την ασφαλή άφεση των όπλων από μεγάλη απόσταση. Την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου τα τακτικά αναγνωριστικά (RF-4E, MiG-25R κτλ.) ήταν τροποποιημένα μαχητικά για μόνιμη μεταφορά των αισθητήρων εσωτερικά στο ρύγχος τους. Ανάλογη ήταν η μετατροπή μαχητικών σε ειδικευμένα μαχητικά καταστολής εχθρικής αεράμυνας (Wild Weasel, MiG-25BM, Tornado ECR, κτλ). Η ανάγκη για μείωση του λειτουργικού κόστους και η διατήρηση μικρότερου αεροπορικού στόλου απαιτούσε τα σύγχρονα μαχητικά να είναι πολλαπλών ρόλων. Πλέον τα μαχητικά αναλαμβάνουν μικτές αποστολές αναγνώρισης και προσβολής στόχων εδάφους μεταφέροντας ατρακτίδια με αισθητήρες και συστήματα ανταλλαγής δεδομένων σε πραγματικό χρόνο. Ακόμα τα σύγχρονα μή επανδρωμένα αεροχήματα μεγάλης αυτονομίας (MALE UAV) μπορούν να χρησιμοποιηθούν για φωτοαναγνώριση, επιτήρηση και ηλεκτρονικό πόλεμο.

Τα MALE UAV καθοδηγούνται από επίγειους σταθμούς ελέγχου (Command&Control) ή εναέριες πλατφόρμες και μπορούν να μεταφέρουν ποικιλία εξοπλισμού. Σε στρατηγικό επίπεδο η συλλογή πληροφοριών για τους στόχους γίνεται από κατασκοπευτικούς δορυφόρους με ραντάρ συνθετικής απεικόνισης (SAR) και τα αεροσκάφη ηλεκτρονικού πολέμου (SIGINT). Σε σύγκριση με τα μαχητικά και τα UAV σε ρόλο ψηφιακής φωτογραφικής καταγραφής, τα αεροσκάφη SIGINT μπορούν να φιλοξενήσουν ογκώδη εξοπλισμό που είναι αδύνατον να χωρέσει σε ατρακτίδια. Επιπλέον έχουν μεγαλύτερη αυτονομία και ακτίνα δράσης ενώ υπάρχει διαθέσιμος χώρος για τροποποιήσεις και εγκατάσταση νέου εξοπλισμού αποστολής. Η Πολεμική Αεροπορία χρησιμοποιεί για αποστολές τακτικής αναγνώρισης ένα μικρό αριθμό RF-4E που παραχωρήθηκαν από τα γερμανικά αποθέματα μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου. Το RF-4E έχει το μεγαλύτερο κόστος ανά ώρα πτήσης και δέν διαθέτει σύστημα μετάδοσης δεδομένων σε πραγματικό χρόνο. Με άλλα λόγια τα δεδομένα που έχει συλλέξει το RF-4E μπορούν να αξιοποιηθούν μόνο μετά την προσγείωση στη βάση του.

Ο ηλεκτρονικός εξοπλισμός του αεροσκάφους αποτελείται από μιά φωτομηχανή ΚΑ-56 για ύψη έως 4000 πόδια, μιά φωτομηχανή εμπρόσθιου τομέα KS-87, μιά πανοραμική φωτογραφική μηχανή ΚΑ-91 με φακό 18 ιντσών για κατακόρυφες λήψεις από 5000-25000 πόδια, μιά φωτομηχανη υπέρυθρης σάρωσης PSM-37 για μικρά και μέσα ύψη και μια φωτομηχανή στρατηγικών δυνατοτήτων KS-127A. Η φωτομηχανή KS-127A είναι εξοπλισμένη με φακό 66 ιντσών για χρήση έως τα 40000 πόδια και μπορεί να περιστραφεί σε οποιαδήποτε γωνία. Σε ύψος 35000 πόδια μπορεί να καταγράψει στόχους σε απόσταση 56 χλμ. Οι φωτομηχανές είναι παλαιάς τεχνολογίας αλλά έχουν ικανοποιητικές επιδόσεις και μπορούν να εκσυγχρονιστούν με ψηφιακά υποσυστήματα. Στο παρελθόν εξετάστηκε το ενδεχόμενο αναβάθμισής τους αλλά το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό λόγω υψηλού κόστους. Το RF-4E δέν μεταφέρει οπλικό φορτίο πέρα από 2 ζεύγη πυραύλων αυτοπροστασίας AIM-9L, ένα RWR δέκτη ALR-91 και ένα αφετήρα αναλωσίμων ALE-47.

Είναι φανερό ότι τα γηρασμένα RF-4E δέν είναι κατάλληλα για σύγχρονες επιχειρήσεις και θα πρέπει να δρομολογηθεί άμεσα η αντικατάστασή τους. Σε ελληνική υπηρεσία το RF-4E φέρει το γαλλικό ατρακτίδιο συλλογής και καταγραφής ηλεκτρονικών εκπομπών (ELINT) ASTAC. Πρόκειται για ένα από τα κορυφαία συστήματα της κατηγορίας με ικανότητα εντοπισμού και προσδιορισμού της θέσης κάθε ηλεκτρονικής εκπομπής με ακρίβεια 0.5-1 μοίρας. Οι επεξεργαστές αναγνωρίζουν μιά εκπομπή μέσα σε λίγα λεπτά μετά τον αρχικό εντοπισμό. Το ASTAC μπορεί να συλλάβει οποιαδήποτε εκπομπή στο φάσμα συχνοτήτων 500 MHz - 18 GΗz (100 MHz - 0.5 GHz ή 18 - 40 GHz προαιρετικά) αναλύωντας ταυτόχρονα τον χρονικό και φασματικό τύπο της.

Τα δεδομένα καταγράφονται στη μνήμη και κάθε πομπός ταξινομείται σε ηλεκτρονική βιβλιοθήκη ώστε μετέπειτα με ανίχνευση μιάς νέας εκπομπής να προσδιορίζεται άμεσα εάν πρόκειται για ένα νέο τύπο εκπομπής που παραπέμπει σε άλλο ραντάρ ή εάν πρόκειται για το ίδιο σύστημα που απλά έχει αλλάξει θέση. Ωστόσο οι καταγραφές που ενημερώνουν την βιβλιοθήκη απειλών δεν περιλαμβάνουν πολλαπλές διαμορφώσεις του κάθε ραντάρ. Δηλαδή ο χρήστης δεν μπορεί να γνωρίζει άν ένα ραντάρ είναι σε διαμόρφωση έρευνας ή εγκλωβισμού. Το ASTAC μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον κεντρικό πυλώνα των μαχητικών F-16 και Mirage-2000. Η καταγραφή της ηλεκτρονικής διάταξης μάχης του αντιπάλου, κυρίως όσον αφορά τα στατικά στοιχεία που την απαρτίζουν, μεταφέρεται σε πραγματικό χρόνο στον επίγειο σταθμό εδάφους. Το πλέον εξελιγμένο δυτικό σύστημα LOROP ηλεκτρο-οπτικής αναγνώρισης ημέρας/νύκτας είναι το αμερικανικό DB-110.

Η Πολεμική Αεροπορία απέκτησε 2 συστήματα για χρήση από μαχητικά F-16C/D Block52+. Ωστόσο το DB-110 είναι πιστοποιημένο με μικρές αλλαγές στο λογισμικό για παλαιότερες εκδόσεις του F-16C/D και αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας P-3 μέσω της αρτηρίας δεδομένων MIL STD-1553Β. Το ίδιο σύστημα μέσα σε μικρότερο και ελαφρύτερο ατρακτίδιο μπορεί να μεταφερθεί από αναγνωριστικά MALE UAV. Το επιχειρησιακό ύψος του DB-110 κυμαίνεται από 3.000 έως 40.000 πόδια ενώ η εμβέλεια είναι μεγαλύτερη των 90 χλμ. Συνεπώς το DB-110 είναι ιδανικό για υποστήριξη stand off επιθέσεων και αποστολών διείσδυσης γιατί επιτρέπει στους χειριστές των μαχητικών να επιλέξουν εναλλακτικές διαδρομές προσέγγισης ενός στόχου αλλά και την βέλτιστη αξιοποίηση των όπλων Scalp-EG, AGM-154C JSOW και SPICE-1000/2000. Τα F-16C/D Block30 είναι τα καταλληλότερα μαχητικά της Πολεμικής Αεροπορίας για να αντικαταστήσουν τα RF-4E στο ρόλο της τακτικής αναγνώρισης.

Η εκτέλεση ενός ελαφρού προγράμματος δομικής ενίσχυσης και ο εφοδιασμός τους με φτηνά ατρακτίδια αναγνώρισης θα επιτρέψει στα αεροσκάφη να παραμείνουν σε υπηρεσία για πολλά χρόνια ακόμα. Αντίστοιχα θα μπορούσαν να αγοραστούν 2 μοίρες μεταχειρισμένων F-16C/D ανάλογης έκδοσης και αφού εκσυγχρονιστούν να αντικαταστήσουν τα γηρασμένα F-4E AUP. Το καταλληλότερο ατρακτίδιο αναγνώρισης για τα ελληνικά F-16C/D Block30 είναι το ισραηλινό RecceLite γιατί συνδυάζει υψηλές επιδόσεις και λογικό κόστος.

Επιπλέον μοιράζεται περίπου 70% κοινά υποσυστήματα με το ατρακτίδιο σκόπευσης Litening II που υπηρετεί ήδη στην Πολεμική Αεροπορία. Το RecceLite είναι ηλεκτρο-οπτικό (IR+CCD-TV) ατρακτίδιο σχεδιασμένο να λειτουργεί 24 ώρες τη μέρα σε κακές καιρικές συνθήκες. Ο καταδείκτης λέιζερ του Litening II αντικαταστάθηκε από μιά κάμερα FLIR τρίτης γενιάς 3-5um FPA 0.7 βαθμού FOV (Field Of View). Επίσης η κάμερα FLIR του Litening II αντικαταστάθηκε από μονάδα IHU (Imager Handling Unit). Το RecceLite διαθέτει ακόμα ζεύξη δεδομένων για μετάδοση εικόνας σε πραγματικό χρόνο και μονάδα INS για βελτιωμένη σταθεροποίηση. Η εικόνα του ψηφιακού καταγραφέα αποθηκεύεται σε μνήμη επιτρέποντας μέγιστο χρόνο καταγραφής 2.5 ώρες. Προφανώς τα αεροσκάφη που είναι πιστοποιημένα για το Litening II μπορούν να μεταφέρουν και το RecceLite χωρίς επιπρόσθετες εργασίες. Επιπρόσθετα το Litening II μπορεί να αναβαθμιστεί με μικρό κόστος σε Litening G4 με FLIR κάμερα τέταρτης γενιάς ή να μετατραπεί σε RecceLite. Συνεπώς τα ελληνικά F-16C/D με τα ισραηλινά ατρακτίδια θα μπορούν να αντικαταστήσουν τα αναγνωριστικά RF-4E και παράλληλα να φέρουν προηγμένα όπλα αέρος-εδάφους. Ένα λιγότερο πιθανό σενάριο είναι η αντικατάσταση των RF-4E από Mirage-2000EG/BG με γαλλικά ατρακτίδια αναγνώρισης στο πρότυπο των Mirage-2000RAD του Κουβέιτ.

Τα ελληνικά Mirage-2000EG/BG μπορούν να μεταφέρουν το ατρακτίδιο SLAR-2000 με SLAR (Side Looking Airborne Radar) ραντάρ, το ατρακτίδιο COR-2 με υπέρυθρες (IR) και TV-CCD κάμερες, το ατρακτίδιο AA-3-38 HAROLD με τηλεσκοπική κάμερα μεγάλης εμβέλειας και το ατρακτίδιο αναγνώρισης Presto. Τα γαλλικά συστήματα έχουν ανάλογες επιδόσεις με τις φωτομηχανές των RF-4E και μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο από τα Mirage-2000. Εναλλακτικά τα Mirage-2000-5 Mk2 μπορούν να φέρουν ατρακτίδιο AREOS που χρησιμοποιείται και στα Rafale της Γαλλικής Αεροπορίας. Το AREOS έχει δυνατότητα μετάδοσης σε πραγματικό χρόνο και ανήκει στην κατηγορία του αμερικανικού DB-110.

Η διαχείριση των εικόνων μπορεί να πραγματοποιηθεί στο αεροσκάφος από το δεύτερο μέλος του πληρώματος. Αριθμός από τις συγκεκριμένες εικόνες μπορεί να μεταδοθεί μέσω Link 16 σε άλλα αεροσκάφη. Το AREOS διαθέτει κάμερα ημέρας και υπέρυθρο αισθητήρα για μέσα και μεγάλα ύψη, ενώ για μικρά ύψη διαθέτει υπέρυθρο σαρωτή με ελάχιστο ύψος τα 500 πόδια. Η μέγιστη απόσταση στην οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί η μετάδοση είναι τα 350 χλμ. Παράλληλα τα δεδομένα μπορούν να αποθηκευτούν σε σκληρό δίσκο μεγάλης χωρητικότητας για την εξαγωγή τους μετά την πτήση. Η προμήθεια του AREOS έχει νόημα μόνο σε περίπτωση αγοράς Rafale για την Πολεμική Αεροπορία.

Το μεταγωγικό C-130Β/Η έχει εμβέλεια 3800 χλμ. και μπορεί να τροποποιηθεί εύκολα για ειδικές επιχειρήσεις όπως medivec, SAR/CSAR, ναυτική περιπολία, αεροπυρόσβευση, ηλεκτρονικό πόλεμο κτλ. Η Πολεμική Αεροπορία χρησιμοποιεί ένα τουλάχιστον C-130H ως αεροσκάφος ηλεκτρονικού πολέμου με εξοπλισμό ELINT. Το C-130 έχει σχεδιαστεί για ρήψη αλεξιπτωτιστών πίσω από τη γραμμή άμυνας του αντιπάλου αλλά δέν είναι κατάλληλο για επιχειρήσεις στο Αιγαίο και τη νοτιανατολική Μεσόγειο. Ο εξοπλισμός μπορεί να μεταφερθεί και από το μικρότερο C-27J με εμβέλεια 3700 χλμ. Ωστόσο οι σύγχρονες αεροπορικές επιχειρήσεις απαιτούν εξειδικευμένα turbofan αεροσκάφη SIGINT με δυνατότητα ISR (Intelligence, Surveillance and Reconnaissance) στο πρότυπο του ισραηλινού SEMA (Special Electronic Mission Aircraft). Η τραγική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας δέν επιτρέπει την αγορά καινούργιων K/C-130J-30 ή επιπλέον C-27J.

Μια λύση θα ήταν η παραχώρηση μεταχειρισμένων C-130Η από τα αμερικανικά αποθέματα και η μετατροπή 1-2 μονάδων σε EC-130H Compass Call. Το EC-130H διαθέτει μόνιμα εγκατεστημένο εξοπλισμό ECM στην καμπίνα του αεροσκάφους, που χρησιμοποιεί προηγμένες τεχνικές ανάλυσης ψηφιακού σήματος και εκπέμπει σημαντικά ποσά ενέργειας σε ευρύ φάσμα συχνοτήτων. Έτσι μπορεί να τυφλώσει επίγειους σταθμούς ραντάρ, AWACS και επικοινωνίες (Command & Control) του αντιπάλου σε στρατηγικό επίπεδο. Η Πολεμική Αεροπορία διαθέτει ένα ΕΜΒ-135LR με ικανότητα μεταφοράς 32 ατόμων, ένα EMB-135BJ LEGACY με ικανότητα μεταφοράς 15 ατόμων και ένα Gulfstream V σε ρόλο μεταφοράς VIP. Τα δύο EMB-135 με μέγιστο φορτίο 4.5 τόννων έχουν εμβέλεια 3243 χλμ. Μπορούν να μετατραπούν εύκολα σε αεροσκάφη αναγνώρισης/SIGINT με εγκατάσταση ενός ραντάρ συνθετικής απεικόνισης (SAR) κάτω από την άτρακτο, κάμερες FLIR/TV-CCD, πολυφασματικό σαρωτή, ηλεκτρονική σουίτα ELINT/COMINT και σύστημα καταγραφής/αποθήκευσης/μετάδοσης εικόνας σε πραγματικό χρόνο. Τα δύο EMB-135RS (Remote Sensing) θα πρέπει να αποκτήσουν όσο το δυνατόν κοινά συστήματα με τα 4 EMB-145H Erieye για ευνόητους λόγους.

Εναλλακτικά θα μπορούσαν να αγοραστούν 2 αεροσκάφη EMB-145RS από τη Βραζιλία. Σε κάθε περίπτωση τα αεροσκάφη μπορούν να ελέγχούν αναγνωριστικά MALE UAV και να χρησιμοποιηθούν ώς ιπτάμενα διοικητήρια με ολοκληρωμένη εικόνα του πεδίου μάχης. Το Gulfstream V είναι ένα business jet με εμβέλεια μεγαλύτερη των 11000 χλμ. και ικανότητα μεταφοράς 14-19 επιβατων. Έχει μικρό λειτουργικό κόστος, μεγάλη αξιοπιστία και μέγιστη ταχύτητα περίπου 0.85 Mach. Με μικρές τροποποιήσεις μπορεί να μεταφέρει εξωτερικό φορτίο 2.8 τόννων ενώ είναι δυνατή και η εγκατάσταση σύμμορφων δεξαμενών στο πρότυπο του ισραηλινού SEMA. Η μετατροπή του σε ειδικό αεροσκάφος ηλεκτρονικού πολέμου SEMA θα άλλαζε πολλά στη μάχη του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος. Τα ελληνικά AEW&C EMB-145H Erieye φέρουν το AESA ραντάρ PS-890 που λειτουργεί στην S-μπάντα συχνοτήτων (3.1 – 3.3 GHz) και σε συνδυασμό με χρήση χαμηλών και μέσων συχνοτήτων επαναλήψεων παλμών (PRF) παρέχει υψηλό επίπεδο ανάλυσης με χαμηλά επίπεδα θορύβου.

Το ραντάρ παρέχει στενή κύρια δέσμη, πολύ χαμηλά επίπεδα πλευρικών λοβών και καλή απόδοση σε περιβάλλον έντονων επιστροφών (clutter). Η μέγιστη εμβέλεια του PS-890 για μαχητικά είναι 350 χλμ., δηλαδή δέν είναι δυνατός ο εντοπισμός στόχων σε μεγάλο βάθος στην εχθρική ενδοχώρα. Επιπλέον το EMB-145H Erieye διαθέτει ELINT κεραία ALR-733(V)5 κάλυψης 360 μοιρών, που μπορεί να καταγράφει εκατοντάδες εκπομπές ραντάρ αέρος, εδάφους ή επιφανείας και να ενημερώνει το σύστημα μάχης σε πραγματικό χρόνο. Οι καταγραφές αυτές ενημερώνουν την βιβλιοθήκη απειλών του συστήματος, η οποία περιλαμβάνει πολλαπλές διαμορφώσεις κάθε ραντάρ. To σύστημα ESM εκτός της ELINT κεραίας περιλαμβάνει 6 κεραίες DF (Direction Finding) και μιά κατευθυνόμενη κεραία E-mode. Η κεραία E-mode καλύπτει τη ζώνη συχνοτήτων 2 – 18 GHz και αξιοποιεί παθητική σκόπευση πέραν του ορίζοντα.

Επομένως τα Erieye περιορίζονται σε επιτήρηση του ελληνικού εναέριου χώρου και δέν παρέχουν ολοκληρωμένη εικόνα του θεάτρου επιχειρήσεων. Μετά από πολλά χρόνια καθυστερήσεων το Πολεμικό Ναυτικό θα εκσυγχρονήσει κάποια ανθυποβρυχιακά αεροσκάφη P-3B Orion. Παρά την ηλικία του το Ρ-3 παραμένει ένα από τα κορυφαία αεροσκάφη της κατηγορίας με εμβέλεια 8944 χλμ, δυνατότητα παραμονής στον αέρα για 16 ώρες και ικανότητα μεταφοράς ποικιλίας όπλων.

Τα ελληνικά P-3B πιθανότατα θα πάρουν την προηγμένη ηλεκτρονική σουίτα του S-3 Viking, APS-115 ραντάρ έρευνας, APS-137D(V)5 ραντάρ ISAR (Inverse Synthetic Aperture Radar), ηλεκτρο-οπτικό πυργίσκο EO/IR και Digital Mapping Camera. Τα Ρ-3 μπορούν να επιτηρούν από μεγάλη απόσταση το θέατρο επιχειρήσεων σε ξηρά και θάλασσα παρέχοντας πολύτιμες πληροφορίες για τις κινήσεις του αντιπάλου. Καλή κίνηση θα ήταν η απόκτηση ενός αεροσκάφους ηλεκτρονικού πολέμου (SIGINT) EP-3E ιδιαίτερα για την νοτιοανατολική Μεσόγειο, με την προϋπόθεση πάντα ότι οι Αμερικάνοι αποδεσμεύουν τον προηγμένο ηλεκτρονικό εξοπλισμό τους. Τα P-3 μπορούν να ελέγχουν “ναυτικά” αναγνωριστικά UAV όπως το ScanEagle και να επεκτείνουν ακόμα περισσότερο το φάκελο αναγνώρισης. Στον τομέα των αναγνωριστικών UAV, η Πολεμική Αεροπορία διαθέτει 4 επίγειους σταθμούς C&C με 16 αεροχήματα Πήγασος ΙΙ.

Το Πήγασος έχει βάρος 250 κιλά και μεταφέρει ωφέλιμο φορτίο 55 κιλών. Η εγκατάσταση δορυφορικού data-link και κεραίας SATCOM για μετάδοση της εικόνας σε πραγματικό χρόνο αύξησε την εμβέλεια στα 270 χλμ. ενώ ο μέγιστος χρόνος παραμονής στον αέρα είναι περίπου 15 ώρες. Το αερόχημα είναι εξοπλισμένο με 3 κάμερες IR/TV-CCD υψηλής ευκρίνειας και υπολογιστή UMAS ισραηλινής προέλευσης. Σε εξέλιξη είναι η ανάπτυξη μιας νέας έκδοσης μεγαλύτερων διαστάσεων με φορτίο αποστολής 100 κιλών. Το Πήγασος ΙΙ πρέπει να εφοδιαστεί στο κάτω μέρος της ατράκτου με ραντάρ SAR/MTI (Synthetic Aperture Radar/Moving Target Indication) όπως το αμερικανικό MiniSAR ή το ισραηλινό EL/M-2055. Για αποστολές ναυτικής επιτήρησης ιδανικό είναι το ισραηλινό ραντάρ πλευρικής σάρωσης SLAR (Sideways Looking Airborne Radar) EL/M-2022U, που παρέχει εμβέλεια εντοπισμού 120 χλμ. για μικρά σκάφη με δυνατότητα παρακολούθησης 32 στόχων.

Ακόμα καλή ιδέα θα ήταν η εγκατάσταση του ισραηλινού Recce-U, που αποτελεί μικρογραφία του ατρακτιδίου τακτικής αναγνώρισης RecceLite. Το Recce-U συλλέγει αυτόματα υπέρυθρες και οπτικές ψηφιακές εικόνες μεγάλης ευκρίνειας σε προσχεδιασμένο ή μή προφίλ πτήσης. Έχει δυνατότητα μετάδοσης εικόνας στο σταθμό ελέγχου σε πραγματικό χρόνο μέσω ψηφιακής ζεύξης ευρέου φάσματος. Η χρήση αναγνωριστικών UAV σε περίοδο κρίσης είναι επιβεβλημένη λόγω της συνεχούς μεταβαλλόμενης κατάστασης και των πολλαπλών απειλών. Ωστόσο τα αεροχήματα είναι ευπαθή σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες και καταρρίπτονται εύκολα σε περίπτωση εντοπισμού τους.

Η Πολεμική Αεροπορία χρειάζεται στρατηγικά MALE UAV όπως το ισραηλινό Super Heron ή το αμερικανικό MQ-9 Reaper σε ρόλο ISTAR (Intelligence, Surveillance, Target Acquisition and Reconnaissance). Στην κατηγορία των τακτικών αναγνωριστικών UAV ενδιαφέρον έχει το αμερικανικό ScanEagle με εμβέλεια 100+ χλμ. και ικανότητα παραμονής στον αέρα 24+ ώρες. Το ScanEagle έχει μικρές διαστάσεις και βάρος μόλις 20 κιλών. Εκτοξεύεται με φορητό καταπέλτη από ταχύπλοα σκάφη ειδικών δυνάμεων, πολεμικά πλοία ή το έδαφος και προσγειώνεται αυτόματα με αγκύστρωση πάνω σε κατακόρυφο σκοινί μήκους 9-15 μέτρων. Η αγκύστρωση επιτυγχάνεται μέσω DGPS μονάδων πάνω στο αερόχημα και το στύλο του σκοινιού.

Το ScanEagle μεταφέρει ένα πυργίσκο με EO-IR κάμερες ενώ είναι δυνατή και η εγκατάσταση του SAR ραντάρ NanoSAR με βάρος μόλις 1.6 κιλά. Το NanoSAR είναι το μικρότερο ραντάρ της κατηγορίας και παρέχει εικόνες υψηλής ευκρίνειας σε άσχημες καιρικές συνθήκες. Θα μπορούσε να αναπτυχτεί μιά ελληνική έκδοση του ScanEagle 2 με αυτονομία 16 ώρες και μεγαλύτερο ωφέλιμο φορτίο διατηρώντας τις άλλες επιδόσεις και το σύστημα αποπροσγειώσεων. Τα στρατηγικά και τακτικά UAV μπορούν να μεταφέρουν χωρίς τροποποιήσεις ELINT και COMINT αισθητήρες, όπως τα ισραηλινά EL/L-8385 και EL/K-7071, για καταγραφή ηλεκτρομαγνητικών εκπομπών και δεδομένων τηλεπικοινωνιών. Εναλλακτικά φέρουν ατρακτίδια ECM για εκτέλεση παρεμβολών άν και συνήθως η χρήση τους συνδυάζεται με UAV-SEAD (αντιραντάρ) για καταστροφή των εχθρικών ραντάρ. Τα αναγνωριστικά UAV μέσης και μεγάλης αυτονομίας μπορούν να κατευθύνονται από χερσαίους και εναέριους σταθμούς ελέγχου.
ΠΗΓΗ
http://defencenews.gr/index.php/ethniki-amina/2910-peri-ton-aeroskafon-taktikis-anagnorisis-kai-ilektronikoy-polemou-tis-polemikis-aeroporias

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου